τἀρί

ἀρί , ἀρίς
bow-drill
fem voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ταρί — Χρυσό νόμισμα, που έκοψαν οι Άραβες στη Σικελία. Ήταν σε χρήση τον 10o και τον 11o αι. Οι δύο όψεις ενός ταρίου. Οι δύο όψεις ενός ταρίου …   Dictionary of Greek

  • τἄρι' — Ἄρια , Ἄριος neut nom/voc/acc pl Ἄρια , Ἄριος neut nom/voc/acc pl Ἄριε , Ἄριος masc voc sg Ἄριε , Ἄριος masc/fem voc sg Ἄριαι , Ἄριος fem nom/voc pl Ἄριι , Ἄρις fem dat sg (epic doric ionic aeolic) Ἄριε , Ἄρις fem nom/voc/acc dual (epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευτά — ταρῑχευτά̱ , ταριχευτής embalmer masc nom/voc/acc dual ταρῑχευτά , ταριχευτής embalmer masc voc sg ταρῑχευτά , ταριχευτής embalmer masc nom sg (epic) ταριχευτός salted neut nom/voc/acc pl ταριχευτά̱ , ταριχευτός salted fem nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρίχει — ταρί̱χει , τάριχος 2 dead body preserved by embalming neut nom/voc/acc dual (attic epic) ταρί̱χεϊ , τάριχος 2 dead body preserved by embalming neut dat sg (epic ionic) ταρί̱χει , τάριχος 2 dead body preserved by embalming neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευθέντα — ταρῑχευθέντα , ταριχεύω preserve the body by artificial means aor part pass neut nom/voc/acc pl ταρῑχευθέντα , ταριχεύω preserve the body by artificial means aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευομένων — ταρῑχευομένων , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp fem gen pl ταρῑχευομένων , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευόμενον — ταρῑχευόμενον , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp masc acc sg ταρῑχευόμενον , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχεία — ταρῑχείᾱ , ταριχεία fem nom/voc/acc dual ταρῑχείᾱ , ταριχεία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχείας — ταρῑχείᾱς , ταριχεία fem acc pl ταρῑχείᾱς , ταριχεία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχεύει — ταρῑχεύει , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres ind mp 2nd sg ταρῑχεύει , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.